依靠 έννοια και προφορά

依靠
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

依靠 ελληνικός ορισμός

yī kào

  • βασίζομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (yī): σύμφωνα με
  • (kào): με