侵犯 έννοια και προφορά

侵犯
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

侵犯 ελληνικός ορισμός

qīn fàn

  • παραβιάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 侵 (qīn): εισβαλλει
  • 犯 (fàn): διαπράττω