保姆 έννοια και προφορά

保姆
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

保姆 ελληνικός ορισμός

bǎo mǔ

  • νταντά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 保 (bǎo): προστατεύω
  • 姆 (mǔ): χμ