保险 έννοια και προφορά

保险
Απλοποιημένη λέξη
保險
Παραδοσιακή λέξη

保险 ελληνικός ορισμός

bǎo xiǎn

  • ασφαλιση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 保 (bǎo): προστατεύω
  • 险 (xiǎn): κίνδυνος