修理 έννοια και προφορά

修理
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

修理 ελληνικός ορισμός

xiū lǐ

  • επισκευή

HSK level


Χαρακτήρες

  • (xiū): επισκευή
  • (lǐ): λόγος

Παραδείγματα ποινών με 修理

  • 门坏了,我们找人来修理一下吧。
    Mén huàile, wǒmen zhǎo rén lái xiūlǐ yīxià ba.
  • 修理之后,我的电脑又能正常工作了。
    Xiūlǐ zhīhòu, wǒ de diànnǎo yòu néng zhèngcháng gōngzuòle.