倒闭 έννοια και προφορά

倒闭
Απλοποιημένη λέξη
倒閉
Παραδοσιακή λέξη

倒闭 ελληνικός ορισμός

dǎo bì

  • κατάρρευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (dào): ανεστραμμένο
  • (bì): κλείσε