倾听 έννοια και προφορά

倾听
Απλοποιημένη λέξη
傾聽
Παραδοσιακή λέξη

倾听 ελληνικός ορισμός

qīng tīng

  • ακούω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qīng): χύνω
  • (tīng): ακούω