偏僻 έννοια και προφορά

偏僻
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

偏僻 ελληνικός ορισμός

piān pì

  • μακρινός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 偏 (piān): μερικός
  • 僻 (pì): απομονωμένος