偏差 έννοια και προφορά

偏差
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

偏差 ελληνικός ορισμός

piān chā

  • απόκλιση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 偏 (piān): μερικός
  • 差 (chà): διαφορά