停顿 έννοια και προφορά

停顿
Απλοποιημένη λέξη
停頓
Παραδοσιακή λέξη

停顿 ελληνικός ορισμός

tíng dùn

  • παύση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tíng): να σταματήσει
  • (dùn): παύση