储蓄 έννοια και προφορά

储蓄
Απλοποιημένη λέξη
儲蓄
Παραδοσιακή λέξη

储蓄 ελληνικός ορισμός

chǔ xù

  • οικονομίες

HSK level


Χαρακτήρες

  • 储 (chǔ): αποθεματικό
  • 蓄 (xù): συσσωρεύω