公认 έννοια και προφορά

公认
Απλοποιημένη λέξη
公認
Παραδοσιακή λέξη

公认 ελληνικός ορισμός

gōng rèn

  • αποδεκτό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 公 (gōng): δημόσιο
  • 认 (rèn): αναγνωρίζω