关照 έννοια και προφορά

关照
Απλοποιημένη λέξη
關照
Παραδοσιακή λέξη

关照 ελληνικός ορισμός

guān zhào

  • φροντίδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 关 (guān): σβήνω
  • 照 (zhào): σύμφωνα με