冒犯 έννοια και προφορά

冒犯
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

冒犯 ελληνικός ορισμός

mào fàn

  • προσβάλλω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 冒 (mào): κίνδυνος
  • 犯 (fàn): διαπράττω