准时 έννοια και προφορά

准时
Απλοποιημένη λέξη
准時
Παραδοσιακή λέξη

准时 ελληνικός ορισμός

zhǔn shí

  • στην ώρα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 准 (zhǔn): σχεδόν-
  • 时 (shí): χρόνος

Παραδείγματα ποινών με 准时

  • 会议准时开始了。
    Huìyì zhǔnshí kāishǐle.