凝固 έννοια και προφορά

凝固
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

凝固 ελληνικός ορισμός

níng gù

  • στερεοποίηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 凝 (níng): πηγνύομαι
  • 固 (gù): στερεός