出口 έννοια και προφορά

出口
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

出口 ελληνικός ορισμός

chū kǒu

  • εξαγωγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 出 (chū): εξω
  • 口 (kǒu): στόμα