分明 έννοια και προφορά

分明
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

分明 ελληνικός ορισμός

fēn míng

  • διακριτή

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fēn): λεπτό
  • (míng): λαμπρός