分红 έννοια και προφορά

分红
Απλοποιημένη λέξη
分紅
Παραδοσιακή λέξη

分红 ελληνικός ορισμός

fēn hóng

  • μερίσματα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 分 (fēn): λεπτό
  • 红 (hóng): το κόκκινο