分配 έννοια και προφορά

分配
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

分配 ελληνικός ορισμός

fēn pèi

  • κατανομή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 分 (fēn): λεπτό
  • 配 (pèi): αγώνας