别扭 έννοια και προφορά

别扭
Απλοποιημένη λέξη
別扭
Παραδοσιακή λέξη

别扭 ελληνικός ορισμός

biè niu

  • αδέξιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 别 (bié): μην
  • 扭 (niǔ): συστροφή