剧本 έννοια και προφορά

剧本
Απλοποιημένη λέξη
劇本
Παραδοσιακή λέξη

剧本 ελληνικός ορισμός

jù běn

  • γραφή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 剧 (jù): δράμα
  • 本 (běn): αυτό