力争 έννοια και προφορά

力争
Απλοποιημένη λέξη
力爭
Παραδοσιακή λέξη

力争 ελληνικός ορισμός

lì zhēng

  • προσπαθώ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 力 (lì): δύναμη
  • 争 (zhēng): πάλη