劳动 έννοια και προφορά

劳动
Απλοποιημένη λέξη
勞動
Παραδοσιακή λέξη

劳动 ελληνικός ορισμός

láo dòng

  • εργασία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (láo): εργασία
  • (dòng): κίνηση