勘探 έννοια και προφορά

勘探
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

勘探 ελληνικός ορισμός

kān tàn

  • εξερεύνηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (kān): επισκόπηση
  • (tàn): εξερευνώ