包括 έννοια και προφορά

包括
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

包括 ελληνικός ορισμός

bāo kuò

  • περιλαμβάνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 包 (bāo): πακέτο
  • 括 (kuò): περιλαμβάνω

Παραδείγματα ποινών με 包括

  • 包括张老师在内,教室里一共有 10 个人。
    Bāokuò zhāng lǎoshī zài nèi, jiàoshì lǐ yīgòng yǒu 10 gèrén.
  • 我买的水果很多,其中包括葡萄。
    Wǒ mǎi de shuǐguǒ hěnduō, qízhōng bāokuò pútáo.