化石 έννοια και προφορά

化石
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

化石 ελληνικός ορισμός

huà shí

  • απολίθωμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 化 (huà): μεταμορφώνω
  • 石 (shí): πέτρα