化肥 έννοια και προφορά

化肥
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

化肥 ελληνικός ορισμός

huà féi

  • λίπασμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 化 (huà): μεταμορφώνω
  • 肥 (féi): λίπος