单独 έννοια και προφορά

单独
Απλοποιημένη λέξη
單獨
Παραδοσιακή λέξη

单独 ελληνικός ορισμός

dān dú

  • μόνος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 单 (dān): μονόκλινο
  • 独 (dú): μόνος