占据 έννοια και προφορά

占据
Απλοποιημένη λέξη
占據
Παραδοσιακή λέξη

占据 ελληνικός ορισμός

zhàn jù

  • ασχολούμαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhàn): καταλαμβάνουν
  • (jù): σύμφωνα με