压岁钱 έννοια και προφορά

压岁钱
Απλοποιημένη λέξη
壓歲錢
Παραδοσιακή λέξη

压岁钱 ελληνικός ορισμός

yā suì qián

  • τα χρήματα της πρωτοχρονιάς

HSK level


Χαρακτήρες

  • 压 (yā): πίεση
  • 岁 (suì): ετών
  • 钱 (qián): χρήματα