及时 έννοια και προφορά

及时
Απλοποιημένη λέξη
及時
Παραδοσιακή λέξη

及时 ελληνικός ορισμός

jí shí

  • έγκαιρος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jí): και
  • (shí): χρόνος

Παραδείγματα ποινών με 及时

  • 谢谢你及时赶来帮助我。
    Xièxiè nǐ jíshí gǎn lái bāngzhù wǒ.
  • 这场雨下得很及时。
    Zhè chǎng yǔ xià dé hěn jíshí.