发财 έννοια και προφορά

发财
Απλοποιημένη λέξη
發財
Παραδοσιακή λέξη

发财 ελληνικός ορισμός

fā cái

  • γίνε πλούσιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 发 (fā): μαλλιά
  • 财 (cái): δημοσιονομικός