受罪 έννοια και προφορά

受罪
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

受罪 ελληνικός ορισμός

shòu zuì

  • υποφέρω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 受 (shòu): λαμβάνω
  • 罪 (zuì): έγκλημα