合成 έννοια και προφορά

合成
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

合成 ελληνικός ορισμός

hé chéng

  • σύνθεση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 合 (hé): συνδυασμός
  • 成 (chéng): να κάνω