合算 έννοια και προφορά

合算
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

合算 ελληνικός ορισμός

hé suàn

  • αποδοτική

HSK level


Χαρακτήρες

  • 合 (hé): συνδυασμός
  • 算 (suàn): υπολογίζω