后勤 έννοια και προφορά

后勤
Απλοποιημένη λέξη
後勤
Παραδοσιακή λέξη

后勤 ελληνικός ορισμός

hòu qín

  • επιμελητεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 后 (hòu): οπισθεν
  • 勤 (qín): επιμελής