吹牛 έννοια και προφορά

吹牛
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

吹牛 ελληνικός ορισμός

chuī niú

  • καύχημα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 吹 (chuī): πλήγμα
  • 牛 (niú): βοοειδή