咀嚼 έννοια και προφορά

咀嚼
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

咀嚼 ελληνικός ορισμός

jǔ jué

  • μασάω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jǔ): τσούι
  • (jué): μασάω