哆嗦 έννοια και προφορά

哆嗦
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

哆嗦 ελληνικός ορισμός

duō suo

  • τρόμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (duō): ντουό
  • (suo): φλύαρος