哺乳 έννοια και προφορά

哺乳
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

哺乳 ελληνικός ορισμός

bǔ rǔ

  • θηλασμός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bǔ): ταίζω
  • (rǔ): γάλα