喘气 έννοια και προφορά

喘气
Απλοποιημένη λέξη
喘氣
Παραδοσιακή λέξη

喘气 ελληνικός ορισμός

chuǎn qì

  • λαχανιάζω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 喘 (chuǎn): βρογχικο ασθμα
  • 气 (qì): αέριο