器官 έννοια και προφορά

器官
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

器官 ελληνικός ορισμός

qì guān

  • όργανο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 器 (qì): συσκευή
  • 官 (guān): επίσημος