器材 έννοια και προφορά

器材
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

器材 ελληνικός ορισμός

qì cái

  • εξοπλισμός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qì): συσκευή
  • (cái): υλικό