埋伏 έννοια και προφορά

埋伏
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

埋伏 ελληνικός ορισμός

mái fú

  • ενέδρα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (mái): θαμμένος
  • (fú): βόλτ