埋葬 έννοια και προφορά

埋葬
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

埋葬 ελληνικός ορισμός

mái zàng

  • θάβω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 埋 (mái): θαμμένος
  • 葬 (zàng): ταφή