培养 έννοια και προφορά

培养
Απλοποιημένη λέξη
培養
Παραδοσιακή λέξη

培养 ελληνικός ορισμός

péi yǎng

  • να καλλιεργήσει

HSK level


Χαρακτήρες

  • 培 (péi): εκπαίδευση
  • 养 (yǎng): υποστήριξη