复活 έννοια και προφορά

复活
Απλοποιημένη λέξη
複活
Παραδοσιακή λέξη

复活 ελληνικός ορισμός

fù huó

  • ανάσταση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 复 (fù): συγκρότημα
  • 活 (huó): ζω