外向 έννοια και προφορά

外向
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

外向 ελληνικός ορισμός

wài xiàng

  • εξερχόμενος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 外 (wài): εξωτερικός
  • 向 (xiàng): προς το