外界 έννοια και προφορά

外界
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

外界 ελληνικός ορισμός

wài jiè

  • έξω κόσμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 外 (wài): εξωτερικός
  • 界 (jiè): κόσμος